Αυτοεκτίμηση-Αυτοπεποίθηση και ο ρόλος τους στην Ψυχοκοινωνική Ανάπτυξη του παιδιού

 Από τη Χαρίκλεια Πολυνίκη

Εγγεγραμμένη Πτυχιούχος Ψυχολόγος

& τη Ράνια Χατζηκώστα

Εγγεγραμμένη Κλινική Ψυχολόγος  

Ιδιοκτήτρια του κέντρου

Συχνά μιλάμε για την αυτοεκτίμηση και την αυτοπεποίθηση σαν να είναι το ίδιο πράγμα, σαν να σημαίνουν το ίδιο, όμως στην πραγματικότητα δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Η αυτοεκτίμηση και η αυτοπεποίθηση είναι όντως πολύ κοντινές έννοιες, υπάρχουν όμως κάποιες βασικές διαφορές μεταξύ τους.

Η βασικότερη διαφορά τους έγκειται στο ότι η αυτοπεποίθηση αποτελεί  τμήμα της αυτοεκτίμησης, ενώ η αυτοεκτίμηση είναι μια πιο ευρεία έννοια. Επίσης, παρόλο που και οι δύο έννοιες οικοδομούνται σταδιακά στη βάση των εμπειριών μας, η αυτοεκτίμηση είναι πιο στατική και χρειάζεται πολύ περισσότερο χρόνο για να διαμορφωθεί, ενώ η αυτοπεποίθηση περνά από διάφορες διακυμάνσεις στο πέρασμα του χρόνου και μπορεί να τροποποιηθεί πιο άμεσα. 

Ας δούμε όμως, πιο συγκεκριμένα, τι εννοούμε με τον κάθε όρο ξεχωριστά. Με τον όρο αυτοεκτίμηση εννοούμε τη γενική εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας, την αίσθηση που έχουμε για την προσωπική μας αξία και τη σημαντικότητα που προσδίδουμε στον εαυτό μας, ανεξαρτήτως των επιτυχιών και των αποτυχιών μας.

Αυτοεκτίμηση, με άλλα λόγια, είναι το σύνολο των πεποιθήσεών μας σε σχέση με τον εαυτό μας, αυτά που καταφέρνουμε, αυτά που νιώθουμε, ο τρόπος που συμπεριφερόμαστε προς τους άλλους, ο τρόπος που συμπεριφέρονται οι άλλοι προς εμάς κ.ο.κ.

Συνεπώς, η αυτοεκτίμησή μας επηρεάζει σημαντικά την ψυχική και σωματική μας υγεία, τις διαπροσωπικές μας σχέσεις, αλλά και τις κοινωνικές και επαγγελματικές μας επιλογές.   

Η αυτοπεποίθηση από την άλλη, είναι ένα από τα πολλά τμήματα της αυτοεκτίμησης και έχει να κάνει με το πόσο σίγουροι νιώθουμε για τον εαυτό μας για την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων. Η αυτοπεποίθηση συνδέεται άμεσα με τις επιτυχίες μας και τις αποτυχίες μας. Ουσιαστικά, η αυτοπεποίθηση καθορίζεται από αυτές. Ως εκ τούτου, μπορεί ένα άτομο να έχει υψηλή αυτοπεποίθηση σε έναν τομέα της ζωής του λόγω αυξημένων επιτυχιών σε αυτό τον τομέα και χαμηλή αυτοπεποίθηση σε κάποιον άλλο, λόγω αυξημένων αποτυχιών του στο συγκεκριμένο τομέα.

Για παράδειγμα, ένα παιδί μπορεί να έχει υψηλή αυτοπεποίθηση στον ακαδημαϊκό τομέα και χαμηλή αυτοπεποίθηση στον τομέα των κοινωνικών σχέσεων. Ένα τέτοιο παιδί θα το δούμε να σηκώνει το χέρι του στην τάξη και να απαντά με σιγουριά, αλλά να είναι απομονωμένο τα διαλείμματα και να έχει πολύ λίγους ή και καθόλου στενούς φίλους.

Από την άλλη, ένα παιδί με χαμηλή αυτοπεποίθηση στον ακαδημαϊκό τομέα και υψηλή αυτοπεποίθηση στον κοινωνικό τομέα, θα το δούμε να απολαμβάνει να βρίσκεται με άλλα παιδιά, να προσεγγίζει τους άλλους με ευκολία και σιγουριά και να κτίζει εύκολα φιλίες. Ωστόσο, αυτό το παιδί θα σηκώσει σπάνια το χέρι του στην τάξη, ακόμα κι αν γνωρίζει την απάντηση, γιατί δεν αισθάνεται σίγουρο για τον εαυτό του σε αυτό τον τομέα.       

Τόσο η αυτοεκτίμηση, όσο και η αυτοπεποίθηση, διαμορφώνουν ολόκληρη τη ζωή ενός ατόμου, την προσωπικότητά του, τα ενδιαφέροντα και τις επιλογές του. Παιδιά με υψηλή αυτοεκτίμηση και αυτοπεποίθηση, νιώθουν σίγουρα για τον εαυτό τους, τις πράξεις τους και τις αποφάσεις τους. Επίσης, αποδέχονται τη γνώμη, τις απόψεις και την κριτική άλλων ατόμων και έχουν σαν στόχο την αυτο-βελτίωσή τους και την επίτευξη ακόμα περισσότερων επιτυχιών στη ζωή τους.

Αντίθετα, παιδιά με χαμηλή αυτοεκτίμηση, παρουσιάζουν χαμηλή επίδοση στο σχολείο, χωρίς αυτό να ανταποκρίνεται στις πραγματικές τους ικανότητες. Επίσης, αισθάνονται κατώτερα από τους άλλους και εκφράζονται με αρνητικούς χαρακτηρισμούς για τον εαυτό τους.

Κοινωνικά, αντιμετωπίζουν δυσκολίες στο να κάνουν φίλους, δεν τους αρέσουν οι ομαδικές δραστηριότητες και αισθάνονται καλύτερα όταν είναι μόνα τους. Επιπρόσθετα, επηρεάζονται σημαντικά από τη γνώμη των άλλων και συνήθως αρνούνται να δοκιμάσουν καινούρια πράγματα γιατί φοβούνται την πιθανότητα ότι θα αποτύχουν.

Για το λόγο αυτό είναι εξαιρετικής σημασίας η ενίσχυση της αυτοεκτίμησης και της αυτοπεποίθησης στα παιδιά.      

Τρόποι ενίσχυσης της αυτοεκτίμησης και της αυτοπεποίθησης

Ο καθένας από εμάς, ανάλογα με το ρόλο που έχει στη ζωή ενός παιδιού, είτε γονιός, είτε παιδαγωγός, είτε ψυχολόγος, μπορεί να βοηθήσει ένα παιδί να αυξήσει ή να αναπτύξει την αυτοεκτίμηση και την αυτοπεποίθησή του.  

Οι γονείς, σαν τα πιο σημαντικά άτομα στη ζωή ενός παιδιού, μπορούν να βοηθήσουν με διάφορους τρόπους το παιδί τους να αναπτύξει την αυτοεκτίμησή του. Από πολύ μικρή ηλικία, οι γονείς μπορούν να βοηθήσουν το παιδί να αισθάνεται καλά με τον εαυτό του. Μπορούν καθημερινά να το ενθαρρύνουν να πετύχει κάποιους μικρούς και αναπτυξιακά σημαντικούς στόχους (π.χ. όταν αρχίσει να λέει τις πρώτες του λεξούλες, όταν κάνει τα πρώτα του βηματάκια κι όταν αρχίζει να μαθαίνει να τρώει μόνο του) και να του δείχνουν ότι εμπιστεύονται τις ικανότητές του.

Καλό θα ήταν να αποφεύγονται τα αρνητικά σχόλια για το παιδί γενικότερα, αλλά και για τις επιδόσεις του στο σχολείο αργότερα. Όταν πετύχει κάτι το παιδί, αξίζει την επιβράβευση είτε λεκτικά είτε πρακτικά (π.χ. «Μπράβο, πολύ καλή δουλειά» ή ένα μικρό δωράκι).

Από την άλλη, όταν δεν πετύχει κάτι, η ενθάρρυνση (π.χ. «Δεν πειράζει που δεν τα πήγες και τόσο καλά, είμαι σίγουρος ότι προσπάθησες. Την επόμενη φορά, με λίγη περισσότερη προσπάθεια πιστεύω ότι θα τα καταφέρεις, γιατί πιστεύω σε σένα»), η εποικοδομητική κριτική και η εξεύρεση εναλλακτικών λύσεων στο πρόβλημα για μελλοντική χρήση είναι πολύ σημαντικά (π.χ. «Για να δούμε τι δεν πήγε καλά. Τι θα μπορούσες να κάνεις διαφορετικό την επόμενη φορά; ». Αν το παιδί δυσκολεύεται να σκεφτεί πιθανές εναλλακτικές λύσεις μόνο του, μπορούμε εμείς να εισηγηθούμε μερικές). Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν γελοιοποιούμε το παιδί, αλλά ούτε και το συγκρίνουμε με άλλα παιδιά (π.χ. «Η Μαρία πήρε πιο ψηλό βαθμό από σένα γιατί είναι πιο έξυπνη. Πρέπει να πάρεις πιο ψηλό βαθμό την επόμενη φορά να την περάσεις »).  

Γενικά, χρειάζεται να δείχνουμε στα παιδιά ότι αξίζουν και να τα κάνουμε να νιώθουν σημαντικά. Είναι σημαντικό να ενθαρρύνουμε τα παιδιά να δοκιμάζουν καινούρια πράγματα και να κάνουν αλλαγές. Για να το πετύχουμε αυτό, μπορούμε να δοκιμάσουμε μαζί τους κάποια πράγματα, εκφράζοντας ενθουσιασμό και δείχνοντάς τους τη χαρά της καινούριας εμπειρίας (π.χ. κάποιο καινούριο άθλημα). Επίσης, είναι σημαντικό να αποφεύγουμε την υπερπροστασία. Είναι φυσιολογικό ο κάθε γονιός να θέλει να προστατέψει το παιδί του συναισθηματικά και σωματικά, ωστόσο η υπερβολή δεν είναι χρήσιμη, εμποδίζει την ανεξαρτητοποίηση του παιδιού και δεν επιτρέπει στο παιδί να αισθανθεί σίγουρο για τον εαυτό του και τις ικανότητές του.

Αντίθετα, είναι πολύ σημαντικό να ενθαρρύνουμε τα παιδιά προς την ανάληψη πρωτοβουλιών, βοηθώντας τα να μάθουν και να ωριμάσουν μέσα σε ένα περιβάλλον όπου θα αισθάνονται ασφάλεια.

Κλείνοντας, υπάρχουν 5 όμορφες φράσεις που μπορούμε να λέμε καθημερινά σε κάθε παιδί, ώστε να το ενθαρρύνουμε και να το βοηθήσουμε να αισθάνεται καλά για τον εαυτό του:

·         Πιστεύω σε σένα και στις ικανότητές σου!

·         Έκανες καταπληκτική δουλειά, μπράβο!

·         Μου αρέσει να περνώ χρόνο μαζί σου!

·         Σ' ευχαριστώ 

·         Σ' αγαπώ